διαδατέομαι

διαδᾰτέομαι, [tense] aor.
A

διεδασάμην Pi.

(v. infr.):
1 in reciprocal sense, divide among themselves,

διὰ κτῆσιν δατέοντο Il.5.158

, Hes.Th. 606, cf. Pi.O.1.51;

δ. τὴν ληΐην Hdt.8.121

.
2 in act.sense, divide, distribute, διὰ παῦρα δασάσκετο ([dialect] Ion. iterative form) Il.9.333; ἐς φυλὰς διεδάσαντο distributed them among the tribes, Hdt.4.145:— [voice] Pass., to be divided,

γῆς διαδατουμένης App.BC1.1

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαδατέομαι — (Α) [διατέομαι] 1. μοιράζομαι μαζί με άλλους 2. διαχωρίζω, μοιράζω …   Dictionary of Greek

  • διαδατουμένης — διαδατέομαι divide among themselves pres part mp fem gen sg (attic epic) διαδατέομαι divide among themselves pres part mid fem gen sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδασάμενοι — διαδατέομαι divide among themselves aor part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδάσασθαι — διαδατέομαι divide among themselves aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεδάσαντο — διαδατέομαι divide among themselves aor ind mid 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεδάσσαο — διαδατέομαι divide among themselves aor ind mid 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεδάσσατο — διαδατέομαι divide among themselves aor ind mid 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.